Η Φιόνα Μέι είναι διακεκριμένη νομικός που εκδικάζει στο Ανώτατο Δικαστήριο υποθέσεις οι οποίες εμπίπτουν στο οικογενειακό δίκαιο. Είναι φημισμένη για την οξυδέρκειά της, την ακρίβεια και την ευαισθησία της. Όμως την επαγγελματική της επιτυχία σκιάζουν η μελαγχολία της και οι οικιακές διαμάχες. Μετανιώνει για την ηθελημένη ατεκνία της, θλίβεται για την κρίση που έχει ξεσπάσει στον πολύχρονο γάμο της. Σε αυτή τη δύσκολη προσωπική στιγμή καλείται να αντιμετωπίσει μια επείγουσα υπόθεση: Για θρησκευτικούς λόγους, ένα όμορφο δεκαεπτάχρονο αγόρι, ο Άνταμ, αρνείται τη θεραπεία που θα σώσει τη ζωή του και οι πιστοί γονείς του συμμερίζονται την επιθυμία του. Ο χρόνος εκπνέει. Μπορεί ένα κοσμικό δικαστήριο να υπερισχύσει της πίστης; Προκειμένου να καταλήξει σε μια απόφαση, η Φιόνα επισκέπτεται τον Άνταμ στο νοσοκομείο. Είναι μια συνάντηση που θα γεννήσει στην ίδια αισθήματα καταπιεσμένα επί δεκαετίες και στο αγόρι πρωτόφαντες συγκινήσεις. Η απόφασή της θα έχει συντριπτικές συνέπειες και για τους δυο τους…
Δύο παλιοί φίλοι. Εραστές και οι δύο, στα νεανικά τους χρόνια, της πληθωρικής και αγαπηµένης Μόλλυ Λέιν που µόλις έχει αφήσει αυτόν τον µάταιο κόσµο. Ο Βέρνον είναι γνωστός δηµοσιογράφος, διευθυντής εφηµερίδας σήµερα. Ο Κλάιβ είναι ο πιο διακεκριµένος συνθέτης σύγχρονης σοβαρής µουσικής στη Βρετανία της δεκαετίας του ενενήντα.
Την επαύριον της κηδείας της Μόλλυ, ο Κλάιβ θα ζητήσει από τον Βέρνον µια απόδειξη φιλίας που θα οδηγήσει σε µια συµφωνία µε απρόβλεπτες και αναπάντεχες επιπτώσεις. Και ο ένας και ο άλλος θα προχωρήσουν σε ολέθριες αποφάσεις ηθικής τάξεως τις επόµενες µέρες, η φιλία τους θα δοκιµαστεί, τα όριά τους, ψυχικά και πνευµατικά, θα κλυδωνιστούν επικίνδυνα.
Το Άµστερνταµ (βραβείο Booker 1998) είναι ένα µυθιστόρηµα για τη φιλία, τον έρωτα, τις µηχανορραφίες στον πολιτικό στίβο, τον νεοκυνισµό και τη σκληρότητα µιας εποχής που ακροβατεί ανάµεσα στη γενικευµένη απάθεια και στην εκ νέου επινόηση της συγκίνησης, του συναισθήµατος και της ευαισθησίας.
«Ένα σκοτεινό αριστούργηµα, µια διαχρονική ιστορία ηθικού διλήµµατος µεταµφιεσµένη σε ψυχολογικό θρίλερ». The New York Times
«Ο ΜακΓιούαν αποδεικνύεται µια από τις πιο ξεχωριστές φωνές της Μεγάλης Βρετανίας. Συναρπαστικό και απολαυστικά σαρκαστικό!» Chicago Tribune
Η περιπλοκότητα της παρένθετης μητρότητας μέσα από τον φακό των τάξεων στη σύγχρονη Ιαπωνία. Η Ρίκι έφυγε από τη βαρετή γενέτειρά της στο Χοκάιντο αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στο Τόκιο. Όμως στη μεγάλη πόλη μόλις που τα βγάζει πέρα. Κάθε μέρα τρώει μεσημέρι βράδυ το ίδιο γεύμα: ένα βραστό αυγό που δεν κοστίζει και πολύ. Έτσι, όταν η φίλη της ανακαλύπτει ένα πρακτορείο που προσφέρει ένα παχυλό ποσό για δωρεά ωαρίων, αρπάζουν και οι δύο την ευκαιρία για μια συνέντευξη. Από την άλλη, η Γιούκο και ο Μοτόι προσπαθούν εδώ και χρόνια να αποκτήσουν παιδί. Δοκίμασαν σχεδόν κάθε διαθέσιμη επιλογή, αλλά μάταια – μέχρι που ο Μοτόι ανακαλύπτει ότι, παρόλο που η παρένθετη μητρότητα είναι παράνομη στην Ιαπωνία, υπάρχει μια εταιρεία που έχει βρει ένα παραθυράκι. Ταξικές διαφορές, εξουσία, έλεγχος πάνω στο σώμα του άλλου. Η γραφή της Kirino ξηλώνει σιγά σιγά τις ραφές της κοινωνίας, επαναξιολογώντας την αντίληψή μας για τη μητρότητα, την αυτοεκτίμηση, τη σωματική αυτονομία και την κοινωνική τάξη. Τι σημαίνει να έχεις τον έλεγχο; Και τελικά μπορεί πράγματι το χρήμα να αγοράσει την ευτυχία; Η περιπλοκότητα της παρένθετης μητρότητας μέσα από τον φακό των τάξεων στη σύγχρονη Iαπωνία. (Από τον εκδότη)
Ιούλιος 2018. Ο Μιχάλης Κρόκος προσπαθεί να εκδώσει το παλπ μυθιστόρημα που έγραψε για την Documenta της Αθήνας, ενώ ταυτόχρονα παλεύει να επιβιώσει στο καυτό καλοκαίρι του υπερτουρισμού και του Airbnb. Ένας παλιός φίλος, εκδότης περιοδικού, τον στέλνει στην Ικαρία, από όπου ο Κρόκος έχει μακρινή καταγωγή, για να του γράψει μια ελαφριά ιστορία με σέρφερ και παραλιακά μπαρ. Εκεί, ο συγγραφέας θα έρθει αντιμέτωπος με όλες τις φυλές του ελληνικού καλοκαιριού, θα ερωτευτεί την εθιστική φωτογραφία μιας άγνωστης γυναίκας στο εξοχικό όπου φιλοξενείται και θα γίνει ο αυτόπτης μάρτυρας του ανεξήγητου πνιγμού της. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι βρίσκεται στο νησί για έναν συγκεκριμένο λόγο και θα μπει στα πυκνά δάση της ενδοχώρας αναζητώντας εμμονικά το φινάλε της ιστορίας ενός ακόμη βιβλίου που δεν πρέπει να γράψει.
Σε μια Αθήνα που αποσυντίθεται και καταρρέει, ο Αργύρης Τρίκορφος, ιδιοκτήτης άλλοτε μιας ακμάζουσας οικογενειακής βιοτεχνίας κουμπιών, πασχίζει να ξανασταθεί στα πόδια του δουλεύοντας ως ταξιτζής. Τα πραγματικά του προβλήματα όμως αρχίζουν την ημέρα που βρίσκει στο αυτοκίνητό του ένα ξεχασμένο τσαντάκι γεμάτο λεφτά. Προσπαθώντας να κάνει το σωστό, παρασύρεται σε μια προσωπική περιπέτεια που τον φέρνει αντιμέτωπο με όλους και με όλα: απ` την οικογένεια, τους φίλους και τους συναδέλφους του ως την Αστυνομία και. . .τα ΜΜΕ.
Μια περιπλάνηση στους δρόμους της σημερινής Αθήνας. Ένα μυθιστόρημα για την ατομική ευθύνη, τη συμπόνια και τη γενναιοδωρία. Ένα καυστικό σχόλιο για το σύγχρονο τρόπο ζωής.
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.
Ακούστηκε πάλι το κελάϊδισμα. Αλλά αυτή τη φορά, σαν να ‘βγαινε πνιχτό – μέγας είσαι Κύριε! – μέσα απ’ το μαξιλάρι μου. Ανασηκώθηκα στο κρεβάτι (ένα παλιοκρέβατο της κακιάς ώρας που, και στο παραμικρό μου κούνημα, μόλις πήγαινα ν’ αλλάξω θέση, ο βουλιαγμένος σωμιές του έτριζε απαίσια και τα ξεχαρβαλωμένα του πόμολα χτυπούσαν στις μακριές τους βίδες) το κελάϊδισμα έπαψε μεμιάς. Έμεινα για λίγο ολότελα ακίνητος, κρατώντας την ανάσα μου, κι αναποφάσιστος αν έπρεπε να ξανασηκωθώ, αφουγκραζόμουν, παρατηρώντας τα δύο μπροστινά πόμολα. (. . .)
Δύσκολα θα καταλάβαινες αν τον έβλεπες έξω ή στη δουλειά του, ή αν μιλούσες μαζί του για λίγο, ότι ήταν από μικρός εθισμένος στον τζόγο. Αδειάζοντας στα κρυφά πολλές πιστωτικές του πατέρα του και το ταμείο στο μαγαζί του αδερφού του, και έχοντας χάσει μια περιουσία μέχρι τα τριάντα του, μπήκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Το πρώτο που έμαθε στις ομαδικές συνεδρίες της Δευτέρας ήταν να συστήνεται ως εξαρτημένος τζογαδόρος.
Ύστερα από μια υποτροπή που θα τον γυρίσει πολλά βήματα πίσω, αποφασίζει να δώσει μια τελευταία ευκαιρία στο πρόγραμμα – και στον εαυτό του. Δίπλα του –με αμέτρητα τηλεφωνήματα και ολονύκτιες συζητήσεις– βρίσκονται οι τρεις φίλοι του από την ομάδα και προσπαθούν να του δείξουν ότι υπάρχει ζωή μακριά από τον τζόγο.
Καθώς πληθαίνουν οι μέρες της αποχής του, όμως, η ζωή του γεμίζει με ασυνήθιστα γυναικεία ονόματα, ευκαιριακές σχέσεις και σεξ χωρίς κανένα συναίσθημα. Σύντομα θα πέσει στο κενό της μοναξιάς· και λίγο μετά θα νιώσει όπως οι πρωταγωνιστές των θρίλερ, που κολυμπούν τρομαγμένοι κοιτώντας διαρκώς πίσω τους. Στο τέλος θα κρατήσει την αναπνοή του και θα βυθιστεί.